The real red shoes

The real red shoes

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

During the war


In a previous text I said that we were at war and that all our plans were postponed for after the war. Now it has dawned upon me that I could have never realized how right I was— I know this could raise some eyebrows, especially of those who know that I usually say that I’m always right.

Nevertheless, I wasn’t so certain if what I had felt made sense to everyone. Now I think it should. But let me tell you what made me so sure of the correctness of my previous text.

Yesterday as I was parking my car at a road near the centre— for those who know Nicosia, I was at a side street near Kallipoleos avenue— my eyes caught a sight that made me so sure of the war state we are in and so angry, so enraged that I couldn’t even bring myself together.

There was a woman in the street. She was shabbily dressed and was pushing a cart. At first, when I saw her from afar I thought that she was pushing a baby stroller. But no, it wasn’t a baby stroller: there was no baby inside only rubbish.

She was picking rubbish from a big container in broad daylight. She didn’t care that I was there looking at her. She was using a rod to “fish” rubbish and build a pile of disgusting used things like single-use gloves or God knows what else.


I didn’t see very well. I was trying to avoid looking at her partly because I didn’t want to make her feel ashamed and partly because I couldn’t bear to look at this sight.

Cyprus was never like that. We had our share of poor people and people who had difficulties to make ends meet but Cypriots would never stoop to collecting rugs and finding a living off garbage.


That is why I’m enraged. I cannot put in words how overwhelmingly responsible our politicians, economists and bankers are. I cannot put in words how disgusted I am by our European “allies” who blame simple people for destroying the economic system.



And coming back to my initial statement, we have war conditions around us even though we are not at war. This image of the bent figure over the rubbish container is the same we encountered in the books telling stories from the Second World War and the German occupation that our high school teachers made us read.

It brought me to mind the images Alki Zei describes at Petros’s War (Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου) or George Sari in When the sun... (Όταν ο ήλιος...). 

These very sad books full of misery and starving people that we didn’t want to read have similar images with our everyday lives. So if this isn’t tragic irony I don’t know what else could be.


Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Οδηγώντας

Οδηγούσε στον περιφεριακό αυτοκινητόδρομο. Ήταν κάπως αφηρημένη. Θα βρέξει σκεφτόταν, βλέποντας τα πυκνά σύννεφα στον ορίζοντα μπροστά της. Ήθελε  να φτάσει σπίτι πριν πιάσει η βροχή. Φοβόταν να οδηγεί όταν έβρεχε. Φοβόταν να είναι έξω απ’ το σπίτι όταν έβρεχε. Μα τι να κάνει αφού είχε ξεμείνει, μέχρι τόσο αργά. Η νύχτα ήταν πυκνή και ο δρόμος σκοτεινός. Γύρω της μόνο χωράφια γεμάτα σπαρτά ή αγριόχορτα. Η μόνη σήμανση του δρόμου ήταν τα φωσφοριζέ ασημένια σημάδια που ήταν καρφωμένα πάνω στην άσπρη γραμμή που δήλωνε το όριο. Μέχρι εκεί μπορούσε να πάει.


Η άσφαλτος ήταν νωτισμένη. Θα έβρεξε και πριν και δεν θα το πήρα είδηση, σκέφτηκε καθώς άναβε τα μακρινά φώτα του αυτοκινήτου. Προτιμούσε να βλέπει όσο πιο μακρυά γινόταν. Δε θα έτρεχε, όχι, η ταχύτητα ποτέ δεν της άρεσε. Αλλά ένοιωθε πιο ασφαλής όταν τα φώτα της έφταναν μέχρι εκεί που μπορούσε να δει. Είναι βέβαια λογικό: πάντα φοβάσαι το άγνωστο, το σκοτεινό, αυτό που δεν  μπορείς να μάθεις.

Το ράδιο της κρατούσε συντροφιά. Ήταν καλό που το είχε κι αυτό. Σε συνδυασμό με τα δυνατά φώτα του αυτοκινήτου αλάφραινε τις σκέψεις της. Έπαιζε το Hotel California. Ωραίο τραγούδι σκέφτηκε αν και υποτονικό κάποτε. Παλιά, σαν το άκουγε δεν πολυκαταλάβαινε και τι έλεγε. Νόμιζε ότι μιλούσε για ένα στοιχειωμένο σπίτι με φαντάσματα. Αφού έλεγε σε κάποια φάση “spirit”. Μετά έμαθε πως ήταν το αλκόολ. Και ακόμα πιο μετά έμαθε ότι το τραγούδι είναι για την εξάρτηση απ’τα ναρκωτικά. Όχι και τόσο εύστοχος ο τίτλος σκέφτηκε. Κι άλλα πολλά τραγούδια που δε θα το λέγε κανείς ότι είναι για τις εξαρτήσεις, καταλήγουν να μιλούν για αυτές. Όπως το «Λιωμένο Παγωτό» και το «Ο βασιλιάς της σκόνης».




Μια αστραπή φώτισε το βάθος. Μωβ και καφέ ο ουρανός. Φοβερό το θέαμα. Μα δεν μπορούσε να το απολαύσει. Φοβόταν μην αρχίσει να βρέχει. Δεν μπορούσε και να τρέξει. Φοβόταν και την ταχύτητα. Αχ Θεέ μου μη βρέξεις πριν φτάσω στο σπίτι, παρακαλούσε καθώς από τη μια προσπαθούσε να εφαρμόσει το «Μυστικό» και να κάνει μόνο θετικές σκέψεις. Θα φτάσω σπίτι καλά και θα φορέσω τις πιτζάμες μου, παρηγορούσε τον εαυτό της όπως της είχε μάθει η New age philosophy που τόσο ευλαβικά ακολουθούσε. Όταν δεν είχε της μαύρες της.

Κι άλλη αστραπή έφτιαξε ένα φωτεινό φόντο για το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι. Τα φώτα του λειτουργούσαν σα προβολείς ελπίδας. Δεν είμαι μόνη μου σ’ αυτόν τον έρημο δρόμο σκέφτηκε. Έχει κι άλλους που έμειναν εδώ έξω τόσο αργά, μια τέτοια νύχτα, είπε στον εαυτό της.

Το τραγούδι άλλαξε. Δεν τολμούσε να δει το ρολόι μα μετρούσε το χρόνο με τραγούδια. Σε ένα τραγούδι θα φτάσω σπίτι. Άλλη ροκιά, το Knocking on heavens door. Αυτή μάλιστα. Αν και μπαλάντα είχε μια διαχρονική αξία. Μια αμφισβήτιση του πατριωτικού ιδεώδους. Μια αντίσταση. Της άρεσε. Τη σιγομουρμούριζε. Και έτσι θυμήθηκε τραγούδια του παραδείσου που αναρωτιούνται για το Θεό. Το One of us κατακρίβειαν της είχε κολλήσει τώρα. Πιασάρικο αν και παλιό.



Αλήθεια, θα μπορούσε ο Θεός να ζει σαν εμάς... Όχι, μάλλον θα νευρίαζε και μάλλον θα μετάνιωνε που μας έπλασε αν ζούσε την καθημερινότητά μας. Εκείνη πάντως σίγουρα θα μετάνιωνε αν ήταν υπεύθυνη για την ανθρωπότητα.

Τώρα, αν έβρισκε εκείνη το θεό θα τον ρωτούσε σίγουρα «Γιατί;». Θα του έλεγε «γιατί» και θα περίμενε απάντηση. Δε θα του έδινε διευκρινίσεις. Θα έπρεπε Εκείνος να απαντήσει σε όλα τα «γιατί» μαζί. Αφού είναι παντογνώστης και παντοδύναμος, σίγουρα θα τα έβρισκε.




Το πιο πικρό «γιατί» μάλλον είν’ εκείνο που δεν έχει απάντηση. Γιατί ο καθένας έχει τη δική του σχεδία και ταξιδεύει μονάχος; Γιατί ενώ έξω ο καιρός μαίνεται και τρομάζει τους πάντες ο καθένας μένει στο δικό του αυτοκίνητο, με τη λαμπερή του πανοπλία από προβολείς και αναρωτιέται για πράγματα που δεν μπορεί να ξέρει αντί να έχει τον άλλο πλάι του; Θα ‘ξέρε άραγε να της απαντήσει ο Θεός ή θα χαμογελούσε και θα έφευγε;

Ειν’ ώρες τώρα που βρήκε να σκέφτεται ότι το όλο κόνσεπτ του Θεού είναι λάθος. Κάπου είχε διαβάσει πάντως ότι δεν Τον καταλαβαίνουμε. Ο Θεός δεν είναι τέλειος έγραφε το βιβλίο αλλά ο Θεός είναι αγάπη.

Ναι, αγάπη, αυτό είν' όλο. Γι' αυτό και δεν καταλαβαίνουμε. Γι'αυτό κι έχουμε γίνει η Πολυξένη του Εγγονόπουλου. Ή μάλλον Πολύ- ξένοι.

MT





Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Pierre Menard, autor del Quijote

Jorge Luis Borges

“Pierre Menard, autor del Quijote” es un relato del escritor argentino Jorge Luis Borges, incluido en su libro Ficciones publicado en 1944. El relato tiene la forma de un artículo de crítica literaria pero trata den un crítico ficticio. El retrato es sobre Pierre Menard, un escritor imaginario que pretende “reescribir” el Quijote de Cervantes. Pero, Menard no solamente intentó traducir el Quijote o reversionarlo: Menard pretendía “reescribir” la obra escribiendo las mismas palabras que Cervantes.

Borges aprovechando la ironía, el humor y la fantasía escribe un relato sobre la literatura, la crítica literaria, la paternidad literaria de las obras y su interpretación en otras épocas. Además, Borges demuestra el efecto que tiene el contexto histórico y cultural sobre la interpretación de los textos literarios y destaca el significado de la respuesta del lector.




“Pierre Menard, escritor del Quijote” es un relato divertido, con varios aspectos teóricos y metaliterarios y además una obra de la literatura sobre la literatura. Menard es una caricatura del poeta y del escritor que es demasiado soberbio y según se dice, es, a lo mejor, Stéphane Mallarmé o Paul Valéry.

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Ψάχνοντας, γυρνώντας, χαλώντας τη γραμμή του ορίζοντα ΙΙ

Βορράς


Και έξω από το κατάμεστο κτήριο
στριφογυριστό          φιδογυριστό
το μονοπάτι
πλάι στις τεράστιες πέτρες.

Άσπρες γκρίζες και καφέ
σπάει το ψυχρό κύμα
απάνω τους
και τις γυαλίζει.

Φυσά τρελός αέρας
σε βαρά στα μούτρα
μα σ’ αρέσει.
Θες να βγάλεις τα
παπούτσια
να βουτήξεις στο νερό
τόσο όμορφο, τόσο καθαρό
σαν τ’ άσπιλα φτερά των
κύκνων.
   Μα πληγώνει.

Τόσο ψυχρό. Τόσο προκλητικά
καθαρό.
Τόσο όμορφο.
Και λαλίστατο.

Ποιός είπε πως ο βορράς
είναι άσχημος;
Είναι απλώς διαφορετικός.

Συνηθίζεται.
Σαν τα παγερά γαλάζια
μάτια
και τα άχρωμα πρόσπωπα
και το υπόκωφο
γέλιο.

Τον ήλιο δεν τον βρίσκεις μονο
σπίτι.
    Τον κουβαλείς μες τη ψυχή
σου.
Πάντα είναι μαζί σου.
Για να σου γελά.

Τυλίξου τώρα το ζεστό
σου σάλι πιο σφιχτά
και προχώρα.
Δικαιούσαι να ρίχνεις
κλεφτά βλέμματα στο στροβιλιζόμενο
αφρό, στο άπληστο νερό
μα μη διανοηθείς
να βγάλεις τα παπούτσια.
Θα πουντιάσεις.



Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Ovid and some ideas about life

Ovid by Luca Signorelli
“Quid mihi cum facili” says the Roman poet Ovid in the 19th elegy of the second book of his work Amores which translates: “Why would I bother with the easy one?” Ovid here talks about his lover’s husband and insists that he keeps his loved one locked making his courtship difficult. Now, a logical person would definitely object to this mentality. Is Ovid serious? Why would anyone say that?


The poet-lover was supposedly locked out
The famous topos of the exclusus amator 
Well, Ovid is partly serious: he is never completely serious; it’s simply not his style. The entire poem talks about the necessity of difficulties in a clandestine love affair which inspires poetry, simply because 1st century BC Roman elegy, the genre of the Amores, had a certain set of conventions. One of them is that the domina, the loved one, is fickle and does not always respond to the poet-lover’s expressions of admiration. The poet-lover then crying records his hardships, argues with doorsteps and talks to the winds remembering myths and stories.

Ovid was the last famous and noteworthy Roman elegist. And this is not a coincidence, we Classicists think: Ovid in his entire work reworks all the conventions of the genre by ridiculing them and finally deconstructing them. This is a quite recent discovery of scholars even though it is quite evident at some parts of his work that he cannot be serious. Now, we are sure that for the most part he is not serious.

His witty work has troubled us very much but I guess this must have been 
Callimachus
one of his goals. Ovid and the other elegists followed the artistic doctrines of Hellenistic poet Callimachus. They chose to compose short works—at least shorter than the epic poems of Homer and Vergil—which were very carefully worked like jewels. They used to call their work “labor limae”, the labor of the file. The poetic process according to the Callimachean ideal and also antiquity’s ideas in general had to be laborious and difficult. Exactly as Ovid says in elegy 2.19, the love affair and therefore the poetic work have to be difficult. That is why the aforementioned elegy is a covert programmatic poem.


The elegies, these small jewels were very difficult to compose not only because they were art but also because they had to be original. Their originality is not obvious to a modern audience but we must have in mind that during that time writers were trying to imitate older works, especially the Homeric epics. The elegists were not. On the contrary they were creating a new tradition following Hellenistic ideas.



Callimachus, of course, pointed out that imitating Homer was quite impossible as he was the first poet and therefore his work was insuperable. Aspiring authors, nevertheless, would flood the libraries of the great kingdoms of the ancient world which held manuscripts of all the works known until then trying to imitate them or copy sections. That was the time Classical philology was born, but we’ll talk about that another time. 


So, as we were saying,  Roman elegists—for various reasons— preferred to have it the difficult way just like Hercules chose the difficult path of Virtue. I cannot help but wonder: is this the only way to succeed? Well, I guess, it must be if the Classics say so.

Hercules at the Crossroads by Annibale Carracci
However, others have demonstrated an easy, primrose path to success reminding us that there are some detours. Of course, if you are willing to take the detour you might end up having trouble or even worse suffer remorse. And let’s not forget that these are probably the people who created financial bubbles and economic collapses of entire countries leading a lot of people to impoverishment.


Then, I suggest that we might have to refresh our Classics and follow their advice to avoid easy choices.