The real red shoes

The real red shoes

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Διακρίσεις

«Τρία ψωμιά χαλάει. Έρχεται στο συντριβάνι κάθε μέρα. Και Σάββατα και Κυριακές. Ταΐζει τα περιστέρια. Τρία ψωμιά. Και τα παίρνει από χάμω αν του πέσουν μεγάλα κομμάτια και δεν μπορούν να τα φάνε. Τα μοιράζει σε μικρότερα και τους τα ξαναρίχνει. Κι ό,τι μείνει το δίνει στα σκυλιά. Πάει κάτω στο σταθμό του τρένου και τα ταΐζει. Ένα μαύρο κι ένα άλλο ψωριάρικο καφέ. Αν του πεις δως μου ψωμί θα σου πει όχι, μα για αυτά έχει. Εγώ εδώ πιο κάτω μένω κι έρχομαι συχνά να καθίσω στη σκιά, να δω λίγη κίνηση και πάντα τον βλέπω. Έρχεται από νωρίς. Εννιά εννιάμιση τις καθημερινές και κατά τις δέκα τις Κυριακές. Τρία ψωμιά χαλάει. Κάθε μέρα. Ε, μιας και παίρνει μεγάλη σύνταξη». «Θ’ αγαπά πολύ τα ζώα. Έτσι είναι, κάποιοι αγαπάν τα ζώα πιότερο απ’ τους ανθρώπους και τα φροντίζουν. Αν δεν έχει  κι άλλες υποχρεώσεις... Εγώ τον είδα αρκετές φορές, τον έχω δει να μαζεύει ψωμιά από χάμω κι είπα, κρίμα είναι αν τα μαζεύει να τα πάει σπίτι του». «Θα παίρνει μεγάλη σύνταξη φαίνεται γιατί κάθε μέρα, εφτά μέρες τη βδομάδα, τριάντα τον μήνα αγοράζει από τρία ψωμιά. Χαλάει τα ψωμιά». «Θα δούλευε ίσως στα ορυχεία. Γι’αυτό η σύνταξή του είναι πιο ψηλή».


Έτσι κουβέντιαζαν καθώς ο σκελετωμένος γεράκος γέμιζε την πλατεία περιστέρια. Τους έριχνε ψωμιά, τα έπιαναν, αν ήταν μεγάλα έσκυβε, τα μάζευε, τα έκοβε σε μικρότερα κομμάτια και τους τα ξανάριχνε. «Τις προάλλες τσακώθηκε με την ιδιοκτήτρια του εστιατορίου, να ‘δω, εκείνου που ψήνει μπιφτέκια και κεφτέδες κι άλλα κρέατα, αυτού με την κίτρινη ομπρέλα». «Ναι ξέρω, με τη ξύλινη διακόσμηση». «Έριχνε ψωμιά απ΄έξω, απ’ έξω απ΄ το μαγαζί και της βρώμιζε το πεζοδρόμιο». «Ε, μα το ψωμί δεν είναι σκουπίδι. Όλο και κάποιο ζώο, σκύλος ή γάτα ή κάποιο πουλί θα το μαζέψει από χάμω και θα το φάει. Δεν βρωμίζει». «Ναι μα της μάζευε όλα τα ζώα έξω απ’ το μαγαζί.» «Ε κι αυτά δεν βλάφτουν, τρώνε και φεύγουν».


Ο γέρος με το καπελάκι ακόμα άδειαζε τη σακούλα του. Έριχνε ψωμιά, έσκυβε, τα μάζευε τα μεγάλα κομμάτια, τα έκοβε σε μικρότερα και τα ξανάριχνε. Και δεν είχε ιδέα για το τι γινόταν ή λεγόταν έξω από τον κύκλο του συντριβανιού κάτω απ΄ τους ίσκιους των δέντρων στα μισοδιαλυμένα παγκάκια. «Είναι ο προστάτης των πουλιών. Κάθε μέρα τα φροντίζει. Αν δεν έρθει κάποια μέρα νομίζει ότι θα’ ρθει η συντέλεια του κόσμου». «Κάποιος πρέπει να φροντίζει και γι’ αυτά, έτσι δεν είναι; Βρήκε κι ένα σκοπό. Τι να περιμένει κανείς απ’ τα γερατιά». 


Ο άλλος πείστηκε. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι, γνωστικά. Η συζήτηση θα τέλειωνε έτσι, φιλοσοφικά. Έσκυψε όμως και είδε στη γη πως τον πλησίαζε ένα γκριζωπό περιστέρι με πράσινες ανταύγειες κουνώντας την ουρά του μ’ εκείνον το χαρακτηριστικό τρόπο που έχουν τα περιστέρια. Αμέσως άλλαξε γνώμη. «Ε, μα τρία ψωμιά χαλάει».

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Going to an experience pub

It’s an experience pub, she said. I was wondering what an “experience pub” could be but I didn’t ask. I just followed through the narrow London alleyways looking for the sky. It was cold, very cold for me. And the stars were hiding. Only a dark, timid sky was covering us from the cold. No clouds. The air smelled of frost and booze. We were approaching the pub. "The Duke" was its name, a very appropriate name for a pub.

Opening the door you could hear the subtle noise of talking, laughing, drinking, glasses being hit on the till. It was like every pub: the same but unique. It was a 1930s building, without any major restoration done; pld London at its best.  Olive green walls and sweet yellow light.  We sat by the door. A small round dark table and different chairs we managed to beg from other tables. At least there was available seating for everyone. Once we all had chairs and golden liquid in our pints, the smokers decided that it was time to go out. And I was going to be left alone. I didn’t want that, so I followed them, having to face again the chilly air.


They had their backs against the wall, sending the swirling smoke up, in the starless sky. The smell of tobacco got in my nostrils and my lungs— so familiar and annoying at the same time, reminding me of the outings of my early teen years, when it was still allowed to smoke indoors, and we all used to end up going home smelling like cigarettes and shame. We were all there, friends from all over the world who met in the most populous and exciting metropolis of the world: forget New York, this is London, a friendly stranger who will welcome anyone— or at least that’s what I’ve been told.

Of course, we never wondered why we were able to be friends in spite of our differences, which were many, mind you. We were chatting like we used to, drinking beer, taking in the cold without thinking about it, until the most peculiar old man approached us. 

A real Englishman with a tweed suit, round glasses and an imperial moustache came to stand by us. He was looking at us for a while, thinking maybe, and then he asked one of my friends for a lighter. He started talking to her with a condescending look in his face. “I am sorry, my dear, but I can’t understand very well what you’re saying,” he said looking perplexed by her dark skin, dark eyes and dark hair. She was dumfounded. “Where are you from?” he went on asking. “India”, she replied. “Oh, that’s adorable”, he said without even blinking. “And you are friends with her?” he asked pointing at my clearly British friend, with blazing blue eyes and blond hair. “Yes” they answered in unison, defying this outrageous dialogue’s cause of existence. “Well, you ladies know best”, he went on astonishing them for good.


In less than a minute, the image of the welcoming city with the open-minded inhabitants and the eye for progress was destroyed. In its place we saw the unforgivable colonialist past, with its patriarchal and nonsensical ideology. Now I get it, I mused as we went inside ranting… I know what an experience pub is.   

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Robert De Niro: Dear graduates you are fucked



Robert De Niro gave an inspirational and impressive speech to New York University graduates. “Tisch graduates you made it... and you’re fucked”, he starts.

And he’s right. Choosing to work in the Arts— and the Humanities, might I add— entails a huge risk. You get rejected, your best sometimes is not enough, you rarely get compensated as you should and you are not independent moneywise.
 

On top of that, a society in crisis is not the best place for artists and scholars who criticize the basic functions of capitalism or merely do not serve it.

But as De Niro aptly notes, you don’t choose to follow your passion, you just succumb to it. And there is hope since following your heart is the recipe of success. Or at least that’s what they say.

The best advice from the actor comes last: you have to know that rejection isn’t personal and just go after your next goal. You have to say “next” every time you don’t get a straight A because straight As don’t come with the real life.

My only objection to this speech is that it wasn’t given before graduation. Most students who are trying to find their passion in life, their element, are in desperate need of honest and straightforward advice like De Niro’s.


Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

La Casa de los espíritus y la perrera de la crisis

Acabo de leer La Casa de los espíritus de Isabel Allende. Es un libro maravilloso, lleno de fantasía e imágenes de un mundo diferente paralelo a lo nuestro, con baúles mágicos y espíritus benévolos, sino también con cosas más cotidianas como luchas sociales y dictaduras tiránicas.

Como todos los libros buenos, me ha hecho pensar. Y he pensado mucho sobre la naturaleza de la opresión. La protagonista, Alba, fue detenida por sus ideas políticas y la ayuda que ofreció a gente perseguida por la Junta.

Cuando estaba en la cárcel, Alba fue encerrada en un sitio que se llamaba “la perrera”. Allí no entraba ni luz ni aire, no podía moverse, ni siquiera sentarse. Pero los espíritus y particularmente su abuela Clara, clarividente, la ayudaron a sobrevivir. Le aconsejaron escribir todo en su mente, y después, cuando tuviera papel y lápiz a escribir todo para que no se le escapara de la memoria.

Siento, que a veces, nosotros estamos en la perrera, en la época de la crisis. Sin embargo, nuestra perrera es mucho distinta de la de Alba. No podemos movernos pero no nos damos cuenta de nuestra situación porque la dictadura que nos oprime es muy insidiosa. De hecho, estamos prisioneros de los capitalistas, de los gobiernos, de los banqueros, del sistema y de un montón de ineptos, pero, no podemos entender que esa situación nos está contaminando la vida y nos está privando de nuestra libertad.

La perrera inadvertida es peligrosísima. No nos damos cuenta de la situación y por eso no podemos resistir. Y no tenemos miedo, o mejor dicho, no tenemos lo suficiente miedo para enfrentar la dictadura del dinero.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Έχω χρόνο;

Ξεκούρδιστο φως έμπαινε φωτίζοντας αχνά την ασήμαντη θλίψη του. Μια θλίψη αναίτια και παράξενη που δεν είχε τη ρίζα της σε κάτι που συνέβη αλλά σε κάτι που δε συνέβη. Σε μερικούς μήνες θα έκλεινε τα τριάντα και δεν είχε πετύχει και πολλά… Δεν ήταν και ιδιαίτερα καλός σε κάτι. Είχε περάσει τη δεύτερη δεκαετία της ζωής του ευχάριστα, σπουδάζοντας, «παρτάροντας», ταξιδεύοντας. Η ζωή ήταν ένα πάρτι, Αθήνα, Λευκωσία, Παρίσι, Λονδίνο, Άμστερνταμ, νησιά, και πού δεν πήγε. Αυτοκίνητα, γκόμενες, μπουζούκια, κλαμπ. Μα τέλειωσαν οι σπουδές κι έπρεπε να μαζευτεί, να σοβαρευτεί, δε θα τον άφηνε πια να τριγυρνάει έτσι ο μπαμπάς…

Έτσι, επέστρεψε στη μικροσκοπική Λευκωσία κι άρχισε την εκπαίδευση για ορκωτός λογιστής. Οι μέρες του κυλούσαν αργόσυρτα και βασανιστικά, μετρούσε τις ανάσες με διαλείμματα για τσιγάρο, έβγαινε έξω και ρουφούσε λαίμαργα τον καπνό λες κι αυτός θα του ‘δινε μια λύση. Βαριόταν. Πιεζόταν. Δυσανασχετούσε. Δεν ανέπνεε. Του’ λειπαν οι ανοιχτοί ορίζοντες κι ιστιοπλοΐα του. Η θάλασσα… είχε την ανόητη εντύπωση πως τη δάμαζε κάθε φορά που ριχνόταν στα κύματα, πού να ‘ξερε πως τον περιγελούσαν.


Έψαχνε γι’ άλλες διεξόδους. Γυμναστικές, χοροί, έξοδοι. Σε μια απ’ αυτές γνώρισε κι εκείνη… Εκείνη, πανέμορφη, αιθέρια, σοφιστικέ. Θα ταίριαζε με το κοστούμι και τα φιμέ γυαλιά του. Ήτανε κι έξυπνη. Τις βαριόταν τις ηλίθιες, αν και συμβιβαζόταν και μ’ αυτές όταν έπρεπε. Δεν είχε όμως χρόνο για χάσιμο, ούτε για περιπέτειες. Έτσι κι αλλιώς θα γινόταν τριάντα, έπρεπε να βρει κάποια που να μην ντρέπεται να συστήσει στους γονείς του. Μόλις τον είδε με το σκούρο κοστούμι του εντυπωσιάστηκε, έτσι ήθελε να πιστεύει, απ’ την ομορφιά του. Την έβγαλε έξω για γιαπωνέζικο— τα σιχαινόταν τα ψάρια μα πέτυχε γκόμενα γκουρμέ. Πήγαιναν για χορό, για περπάτημα, για ποτό, είχε χαθεί στη δίνη της κι αυτή στη δική του, έσμιξαν τους κόσμους τους κι έδειξε ο ένας στον άλλο τη δική του πραγματικότητα. Περνούσαν καλά, ήταν ερωτευμένοι ή τουλάχιστον ενθουσιασμένοι— έτσι νόμιζε.

Μέχρι που άρχισαν να μαζεύονται σύννεφα και άπνοια νέκρωνε την ατμόσφαιρα— η μεγάλη ανάσα πριν την καταιγίδα. Στην αρχή δεν έδινε σημασία, μερικά σχόλια, κάποιες ματιές, η ντροπή όσων ήξεραν, μπηχτές. Ύστερα, υπερβολικές απαιτήσεις, έλεγχος από ενδιαφέρον. Πάμε εκεί; Πάμε αλλού; Πότε θα με γνωρίσεις στους δικούς σου; Πώς βλέπεις τη σχέση μας; Γιατί τσιγκουνεύεσαι, αφού μπορείς…
Το’ χε ψυλλιαστεί μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί στον εαυτό του. Δεν ήταν ενθουσιασμένη. Ούτ’ εκείνος ήταν. Μα δεν έλεγε να την ξεφορτωθεί, είχε συνηθίσει την ανάσα της το βράδυ καθώς ξάπλωνε πλάι του, είχε συνηθίσει να βρίσκει κάποιον σπίτι μετά τη δουλειά για να μπορεί να παραπονιέται για την καθημερινότητά του, είχε συνηθίσει να έχει μόνιμη παρτενέρ στο χορό. Αλλ’ όμως εκείνη ήταν χειρότερη. Είχε συνηθίσει, είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα έβρισκε μια άνετη, ανεξάρτητη ζωή κοντά του. Μόνο με το δικό του εισόδημα και τις πλάτες του μπαμπά θα μπορούσαν να ζουν μαζί, μόνοι, σαν κανονικό ζευγάρι.

Κι οι δυο είχαν βρει ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Αλλά πάλι δεν του’ ταν αρκετό. Εξού και η θλίψη. Η αναίτια. Είχε τα πάντα σύμφωνα με τους απ’ έξω: δουλειά, λεφτά, αγάπη. Μόν’ αυτός ήξερε τι περνούσε. Όλοι έβλεπαν το παιδιάστικο χαμόγελό του και τους ευχάριστούς του τρόπους κι έλεγαν, να το βολεμένο το παιδί! Πώς θα μπορούσαν να το βάλουν με το νου τους πως κάθε μέρα το βολεμένο το παιδί έλιωνε όπως ο άστεγος στη γωνία κι όπως η φίλη του που σπούδασε μουσική και παρακαλούσε να την προσλάβει τουλάχιστον το σουπερμάρκετ.


Κοίταξε έξω τις αδύναμες αχτίδες που πάλιωναν με τα σύννεφα κι ένιωσε τόσο μα τόσο άδειος. Δεν είχε πετύχει τίποτα κι ας είχε την τέλεια εικόνα, μια τέλεια περιγραφή τι να σου κάνει, σκέφτηκε φυσώντας προς τα πάνω τον καπνό. Πρέπει κάτι να κάνω τελοσπάντων, μούχλιασα, πίεσε τον εαυτό του. Το βρήκα, αναφώνησε μετά από ώριμη περισυλλογή, θα χωρίσω την γκόμενα, αυτό θα κάνω. Σηκώθηκε και μπήκε στο ντους ευχαριστημένος με τον εαυτό του που πήρε μια μεγαλίστικη απόφαση.

Σαν έκλεισε το νερό άκουσε το κουδούνισμα του κινητού. Βγήκε στάζοντας και τυλίχτηκε γύρω στη μέση μια πετσέτα— just in case. Ήταν εκείνη, ήθελε να πάνε για χορό. What the hell… OK της έγραψε και άρχισε να ετοιμάζεται. Είχε χρόνο.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

The city built on the river



Once upon a time there was a city built on the edge of a waterfall. It was like all cities, full of houses and big windows and people and laughter and arguments, with the only difference it was entirely built on water. The foundations of the city were inside the river, in the bowels of the earth, where the river’s heart lies. Unlike Venice or Amsterdam, the city considered the river its benefactor and never complained that the water was flooding it. On the contrary, the water worked as a miraculous force of life, like water is supposed to be.

Whenever the inhabitants wanted to hide and avoid someone prying, they would simply ask the river to cover them. And the river would obey like a kindhearted companion. At other times, when the sun was weak, they would ask the river to raise them higher, so they would get a better place in the light. And the river obliged them mindfully like a parent.

By Jacek Yerka
 They led simple lives, they had minor worries, they were happy. Until one day, the wind brought something strange. A stench. At first they tried to ignore it and go on with their everyday lives. But it grew stronger and stronger and the good people of the city could not take it anymore. They decided then to uncover the source of the stench. They started an investigation: they asked around, they even appointed a very respectful and old judge to find any criminal responsibility. The judge decided that the very system upholding the river-town was corrupt. It had been corrupt for years, he said, but under the surface, so no one had taken notice. Everyone kept going about their business and decided to ignore the judge. How could this be true? How could the entire institution, they wisely set eons ago, be problematic?

Dirt and a viscose liquid were emitted by the river. Slowly all the streets were clumped down with disgusting substances of unknown provenance. Scientists were unable to identify the root of the problem. Religious men decided it was a play of the devil. So they asked for the financial support of the people. Everybody wanted to help because it was of vital importance to cast evil away from the city. What they did not know was that evil was deeply rooted amidst them.



Other people, courageous like the old judge, decided to speak up. There is something rotten in the state, they said. Once one of the culprits was revealed, one by one the leaders of the city on the river started blaming each other. Scandals, corruption, injustice were the dominating words of the good people’s everyday life.

They would shout, they would sign petitions; they would appeal to courts and magistrates, with no avail. Things seemed lost. Justice seemed sunk. The river would watch this irrational charade. At first it tried to ignore the clamor, it wasn’t good for the fish. However, things were getting worse and worse. So, it simply decided to end this. It wasn’t that hard. It just gave the city a small push down the waterfall, damning its vanity to a pit of desperation and oblivion.